τσαγκάρης // παπουτσής // υποδηματοποιός // μπαλωματής

μεσαιωνική ελληνική τσαγγάρις < Από το τσαγγάριος. < Από το ουσιαστικό τσάγγα, είδος μαλακού παπουτσιού.

Αυτός του οποίου το επάγγελμα είναι να κατασκευάζει ή να επισκευάζει υποδήματα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα νακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

TA ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΡΑ !

TA ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΡΑ !

“ή στο κρεββάτι θα βρίσκεσαι ή σε ένα ζευγάρι παπούτσια. 
Οπότε αξίζει να επενδύσεις και στα δύο”, 
John Wildsmith. 
(Ένας από τους διασημότερους τσαγκάρηδες στην Αγγλία με ιστορία από το 1847)


Αυτά είναι τα καινούρια παπούτσια του μάστορα ! Τα «πέτυχα» πάνω στο τραπεζάκι του υπόγειου τσαγκάρικου στην οδό Ευαγγελιστρίας, κοντά στην πλατεία της Σπάρτης. Γιατί ο μάστορας θα το ’χε ντροπή να φορέσει «ετοιματζίδικο» παπούτσι! Βλέπεις ο μάστορας ο τσαγκάρης, ο Θύμιος ο Κοντοές του Ιωάννη και της Σταμάτας, από το χωριό Κουρουνιού Καρύταινας Αρκαδίας, κατέβηκε από το χωριό του στη Σπάρτη , στα 1948 (στην πιο άγρια στιγμή του Εμφυλίου) σε ηλικία μόλις 12 χρονών, αφού πρόλαβε μέσα στα δώδεκα πρώτα χρόνια της ζωής του να ζήσει τη σκληρή ζωή του χωριού (χωράφι, αμπέλι, πρόβατα, μαντρί, κλπ), έναν πόλεμο και μια Κατοχή (1940-44) αλλά κι τον αδελφοκτόνο ξολοθρεμό. 



Το όνειρό του να βγει απ’ το Σκοτάδι στο Φως , να δει ξάστερο ουρανό , να ξορκίσει Φόβους και Πίκρες απ’ την ψυχή του, να καβαλήσει το Άτι της Ελπίδας και να καλπάσει πάνω σε λιβάδια πράσινα και καρπερά, τον έφερε στη Σπάρτη! 

Σε μια χαμοκέλα έμεινε με τον πατέρα του, τον λούστρο, τον αείμνηστο μπαρμπα-Γιάννη κι απ’ την πρώτη μέρα μπήκε στη δουλειά: Πρώτα λουστράκι στους δρόμους της Σπάρτης και μετά με το «μπαΐρι του» (όπως λένε στο χωριό του), σε ένα «υποδηματοποιείον» του καιρού εκείνου. Άρχισε τη θητεία του στην τσαγκαρική τέχνη με βοηθητικές δουλειές, και μετά (τότε το παπούτσι «είχε δουλειά») κατάφερε με την προκοπή και την αξιοσύνη του να γίνει τσαγκάρης – επιστήμονας, καλλιτέχνης πραγματικός του χειροποίητου παπουτσιού . 

Τα χρόνια όμως πέρασαν, άλλαξε η ζωή και οι άνθρωποι , άλλαξε και το παπούτσι . Εργοστάσια και μηχανές πήραν το παπούτσι από τα χέρια των τσαγκαράδων και το έκαναν μαζικό βιομηχανικό προϊόν . Έτσι ο μαστρο- Θύμιος έμεινε απλώς να επισκευάζει τα νέα παπούτσια ( γελώντας πολλές φορές μπροστά στην ψευτιά και τη «φτήνια» τους) και να κατασκευάζει πλέον με τα χέρια του ΜΟΝΟ τα δικά του παπούτσια και τις παντόφλες της γυναίκας του , της κυρα- Μαρίας . 
Σίγουρα αυτή είναι η πιο χαρούμενη και πιο δημιουργική στιγμή της δουλειάς του πια , γιατί άλλο πράμα είναι να παίρνεις ένα χαλασμένο , φθαρμένο , τρύπιο , ξεκολλημένο , σχισμένο παπούτσι και να πασχίζεις να το φέρεις στα ίσα του κι άλλο να παίρνεις δέρμα , στάμπο , πετσί , κόλλες , πρόκες , καλαπόδια , βελόνες , κλωστές , τανάλιες , φαλτσέτες, σφυριά, αμόνια , κλπ , κλπ και από το «τίποτα» , να δημιουργείς ( να γεννάς , δηλαδή) ένα ζευγάρι καινούρια παπούτσια που «μιλάνε» , που φαντάζουν –δηλαδή- και ξεχωρίζουν με την ομορφιά , την αλήθεια και την τέχνη τους από τα «ετοιματζίδικα» , όπως ξεχωρίζει ένα αγριολούλουδο μέσα στα ζιζάνια και τ’ αγριοχόρταρα . 
Γιατί εδώ , κυρίες και κύριοι , μιλάει η τέχνη , η εμπειρία της ζωής και η ψυχή του τεχνίτη – δημιουργού , που θα σταμπώσει πρώτα και θα κόψει σε δέρμα το «φόντι» (το πάνω μέρος του παπουτσιού) , θα το φοδράρει , θα βάλει τα «φόρτια» (τα σκληρά δέρματα στη φτέρνα και στη μύτη του παπουτσιού) , θα γαζώσει , θα κόψει από πετσί τους πάτους , θα τους βάλει σε νερό να μαλακώσουν (ποιος δε θυμάται τους τενεκεδένιους κουβάδες πλάι στους παλιούς τσαγκάρηδες γεμάτους νερό με τα πετσιά να μαλακώνουν μέσα τους  , θα τους στεγνώσει μετά και θα τους καρφώσει από κάτω στο καλαπόδι , θα μοντάρει στο πάνω μέρος του καλαποδιού το «φόντι» , θα το τραβήξει με την τανάλια σφιχτά και θα το καρφώσει κάτω απ’ το καλαπόδι , με την τσαγκαρόκολλα θα κολλήσει το φόντι πάνω στον πάτο , θα κολλήσει μετά και τη σόλα (παλιά την κάνανε ραφτή και βάζανε και βάρδουλο γύρω- γύρω) και τέλος - τέλος θα κατασκευάσει το τακούνι με κομμάτια πετσί και θα το τοποθετήσει στη θέση του , καρφωτό και κολλητό μαζί . Θα μπουν και τα κορδόνια (εκτός κι είναι το παπούτσι παντοφλέ) θα γυαλιστεί με το κάμελ και τις παχιές τις βούρτσες , κι … έτοιμο , κυρίες και κύριοι , ΤΟ παπούτσι !!! Το παπούτσι που , θες δεν θες , θα το κοιτάξεις με σεβασμό κοσμήματος , που θα σε «καλέσει» να το αγγίξεις , να θαυμάσεις την κάθε του λεπτομέρεια , να δεις και να καταλάβεις τα μυστικά της τέχνης του και κυρίως να το νιώσεις ! Γιατί το παπούτσι αυτό , το χειροποίητο, είναι ζωντανό ! «Γεννήθηκε» στο μυαλό του μάστορα , το χάιδεψαν τα τραχιά του χέρια , του αφιερώθηκαν ώρες πολλές με σκληρή δουλειά , βήμα – βήμα , ακούμπησε στα γόνατά του τεχνίτη , άκουσε τη λαχανιασμένη ανάσα του , μπορεί και καμιά σταγόνα ιδρώτα να έπεσε πάνω του , ακούμπησε πάνω στο στήθος του μάστορα για να κοπεί κι άκουσε την καρδιά του , γεννήθηκε στο μυαλό του, πήρε ζωή απ’ την ψυχή του κι έκλεισε μέσα του ΟΛΗ την πορεία του Ανθρώπου από τότε που ο πρώτος άνθρωπος έντυσε με ένα κομμάτι δέρμα τα πόδια του μέχρι ΚΑΙ σήμερα . Κάθε παπούτσι χειροποίητο που φτιάχνει ο μαστρο-Θύμιος «για πάρτι του» είναι κομμάτι της ζωής του και κομμάτι της ιστορίας μιας άλλης εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί, μιας εποχής που το πρώτο πράμα που κοίταζαν οι άνθρωποι στο ντύσιμο του άλλου ήταν τα παπούτσια και απ’ αυτά τον έκριναν χωρίς να τον ξέρουν ακόμα .
«Καλόλιωτα» , λοιπόν , τα καινούρια σου παπούτσια , μαστρο-Θύμιο , να είσαι καλά για πολλά – πολλά χρόνια ακόμα , κι όταν αποφασίσεις να κρεμάσεις τα σφυριά σου , να συνεχίσεις να φτιάχνεις παπούτσια μόνο για σένα, πια, και παντόφλες για την κυρα- Μαρία τη γυναίκα σου !

* (ο μαστρο- Θύμιος ο τσαγκάρης , είναι θείος μου , αδερφός της μάνας μου)

20-7-2017

Βαγγέλης Μητράκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου